Βιβλίο: Περπατώντας – Χένρι Ντέιβιντ Θόρω

Πρωτότυπος τίτλος: Walking (1862)
Ελληνικός τίτλος: Περπατώντας
Συγγραφέας: Χένρι Ντέιβιντ Θόρω
Μετάφραση: Βασιλική Κοκκίνου
Εκδόσεις: Οξύ
Έτος: 2020

Η διάθεσή μου καλυτερεύει απαρέγκλιτα με τη μουντή ατμόσφαιρα που επικρατεί έξω. Δώστε μου τον ωκεανό, την έρημο, την άγρια φύση! Ο καθαρός αέρας και η μοναξιά της ερήμου αντισταθμίζουν την έλλειψη υγρασίας και ευφορίας. Ο ταξιδευτής Μπάρτον λέει επ’ αυτού: «Το ηθικό σου ανεβαίνει, γίνεσαι ειλικρινής και εγκάρδιος, φιλόξενος και συγκεντρωμένος… Στην έρημο, τα αλκοολούχα ποτά σού προκαλούν μόνο αηδία. Απολαμβάνεις με ένταση μόνο τη ζωική σου ύπαρξη».

Όσοι έχουν ταξιδέψει βαθιά στις ταρταρικές στέπες λένε: «Μπαίνοντας πάλι σε καλλιεργημένες εκτάσεις, η αναταραχή, η πολυπλοκότητα και ο θόρυβος του πολιτισμού μας καταπιέζει και μας πνίγει· σαν να μας λείπει ο αέρας, νιώθουμε ανά πάσα στιγμή πως θα πεθάνουμε από ασφυξία». Όταν θέλω να ψυχαγωγηθώ αναζητώ το πιο σκοτεινό, το πιο πυκνό και ατέλειωτο δάσος, τον πιο ζοφερό -για τους πολίτες- βάλτο. Μπαίνω σ’ έναν βαλτότοπο σαν να ’ναι μέρος ιερό, ένα sanctum sanctorum. Εκεί βλέπεις τη δύναμη, όλο το μεδούλι της Φύσης. Η άγρια βλάστηση καλύπτει το παρθένο έδαφος, το ίδιο χώμα κάνει καλό και στους ανθρώπους και στα δέντρα. Η υγεία ενός ανθρώπου απαιτεί τόσα στρέμματα λιβαδιών όσα φορτία κοπριάς απαιτεί το κτήμα του. Εκεί ευδοκιμούν τα υγιή κρέατα με τα οποία τρέφεται.

Μια πόλη δεν σώζεται μόνο με τους ενάρετους ανθρώπους που την κατοικούν, αλλά και με τα δάση και τους βάλτους που την περιβάλλουν. Μια κωμόπολη μ’ ένα πρωτόγονο δάσος να λικνίζεται από πάνω της κι ένα άλλο να σαπίζει αργά από κάτω – μια τέτοια πόλη είναι σε θέση να βγάλει όχι μόνο καλαμπόκι και πατάτες, αλλά και ποιητές και φιλοσόφους για τους αιώνες που έρχονται. Σε τέτοια χώματα μεγάλωσε ο Όμηρος, ο Κομφούκιος και όλοι οι άλλοι, από ένα τέτοιο άγριο τοπίο έρχεται ο Αναμορφωτής* που τρώει ακρίδες και άγριο μέλι.

Η διατήρηση των άγριων ζώων προϋποθέτει την ύπαρξη ενός δάσους για να ζουν και να καταφεύγουν σ’ αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Πριν από εκατό χρόνια, στους δρόμους πουλούσαν φλούδες από τα δέντρα του δάσους μας. Στην ίδια την όφη εκείνων των πρωτόγονων και γερών δέντρων θαρρώ πως υπήρχε κάτι που σκλήραινε και δυνάμωνε τις ίνες της ανθρώπινης σκέψης. Α! Από τώρα τρέμω όταν σκέφτομαι την επερχόμενη παρακμή της γενέτειράς μου, όταν δεν θα μπορούμε να μαζέψουμε ούτε ένα φορτίο φλούδες με ικανοποιητικό πάχος, ούτε θα παράγουμε πλέον κατράμι και νέφτι.

Τα πολιτισμένα έθνη, η Ελλάδα, η Ρώμη, η Αγγλία, στηρίχτηκαν στα αρχέγονα δάση που υπήρχαν στα εδάφη όπου ζουν από την αρχαιότητα. Και όσο το χώμα τους δεν εξαντλείται επιβιώνουν. Αλίμονο στον ανθρώπινο πολιτισμό! Ελάχιστα μπορεί να περιμένει κανείς από ένα έθνος όταν το χώμα του στερεύει και αναγκάζεται να φτιάξει λίπασμα από τα κόκαλα των προγόνων του. Τότε ο ποιητής συντηρείται από το δικό του επιπλέον λίπος και ο φιλόσοφος μένει γυμνός ως το μεδούλι.

* Εννοεί τον Ιωάννη τον Πρόδρομο

Διαβάστε επίσης:
Walden ή Η ζωή στο δάσος – Χένρι Ντέιβιντ Θόρω

Subscribe
Notify of
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments