Βιβλίο: Μπάμπι, Η ιστορία μιας ζωής μέσα στο δάσος – Φέλιξ Σάλτεν

Πρωτότυπος τίτλος: Bambi. Eine Lebensgeschichte aus dem Walde (1923)
Ελληνικός τίτλος: Μπάμπι – Η ιστορία μιας ζωής μέσα στο δάσος
Συγγραφέας: Φέλιξ Σάλτεν
Μετάφραση: Κώστας Αλεξίου
Εκδόσεις: Κυαναυγή
Έτος: 2016

Ο Μπάμπι συνέχισε μόνος του. Περιπλανήθηκε στο δάσος και, αφού πέρασε μέσα από έναν θαμνώνα, έφτασε σ’ ένα ξέφωτο. Στο μέσο του ξέφωτου, κοντοστάθηκε. Ένιωσε ξαφνικά σαν να είναι ριζωμένος στο έδαφος, ανήμπορος να κινηθεί.

Στο τέλος του ξέφωτου, κάτω από έναν ψηλό φουντοκάθαμνο, στεκόταν ένα πλάσμα που όμοιό του ο Μπάμπι δεν είχε ξαναδεί. Συγχρόνως, ο αέρας του έφερε ένα άρωμα, που δεν είχε μυρίσει ποτέ στη ζωή του. Ήταν μια παράξενη οσμή, βαριά και στυφή, που τον αναστάτωνε σε σημείο τρέλας.

Ο Μπάμπι κοίταξε το πλάσμα. Στεκόταν αξιοπρόσεκτα όρθιο. Ήταν υπερβολικά αδύνατο και είχε χλωμό πρόσωπο, εντελώς γυμνό γύρω από τη μύτη και τα μάτια. Αυτό το πρόσωπο εξέπεμπε ένα είδος φόβου, έναν ψυχρό τρόμο. Είχε μια τεράστια δύναμη πάνω του. Του ήταν αβάσταχτα επίπονο να το κοιτάει, ωστόσο ο Μπάμπι το κοιτούσε σταθερά.

Για πολύ ώρα το πλάσμα καθόταν χωρίς να κινείται. Ξαφνικά τέντωσε ένα πόδι ψηλά, κοντά στο πρόσωπό του. Ο Μπάμπι δεν είχε προσέξει καν αυτό το πόδι. Αλλά ενώ αυτό το τρομερό πόδι σηκωνόταν, μέχρι να γίνει η κίνηση ο Μπάμπι είχε εξαφανιστεί. Σε μια στιγμή βρισκόταν στον θαμνώνα που ήταν νωρίτερα και έτρεχε μακριά. Ξαφνικά, η μητέρα του ήταν πάλι μαζί του. Εμφανίστηκε δίπλα του πηδώντας πάνω από τους θάμνους. Έτρεχαν δίπλα-δίπλα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Η μητέρα του που ήξερε τον δρόμο πήγαινε μπροστά και ο Μπάμπι ακολουθούσε. Έτρεξαν μέχρι που έφτασαν στο ξέφωτό τους. «Τον είδες;» ρώτησε απαλά η μητέρα. Ο Μπάμπι δεν μπορούσε ν’ απαντήσει, δεν του είχαν μείνει ανάσες. Απλά έγνεψε. «Μπάμπι, Αυτός ήταν», είπε η μητέρα. Ρίγησαν και οι δύο. (…)

Όταν όμως μίλησαν πάλι για το τρίτο χέρι, όλοι σοβάρεψαν και ο φόβος μέσα τους σταδιακά αυξήθηκε. Γιατί οτιδήποτε κι αν ήταν, ένα τρίτο χέρι ή κάτι άλλο, ήταν τρομερό και δεν το καταλάβαιναν. Γνώριζαν γι’ αυτό μόνο από άλλες ιστορίες• λίγοι ήταν εκείνοι που το είχαν δει. Αυτός πάντα θα καθόταν ακίνητος και σε απόσταση. Δεν μπορούσες να εξηγήσεις τι έκανε και με ποιον τρόπο, αλλά ξαφνικά ακολουθούσε μια βροντή σαν κεραυνός, εξαπολυόταν μια φωτιά και έπεφτες κάτω ψυχορραγώντας με το στήθος σου ανοιγμένο. Όλοι κοιτούσαν κάτω όταν μίλαγαν γι’ Αυτόν σαν να ένιωθαν την παρουσία μιας σκοτεινής, άγνωστης δύναμης να τους κυριεύει.

Άκουσαν με περιέργεια τις πολλές και πάντα φριχτές ιστορίες, γεμάτες αίμα και πόνο. Άκουγαν ακούραστα τα πάντα που λέγονταν γι’ Αυτόν, ιστορίες που σίγουρα ήταν φτιαχτές και ιστορίες που έφταναν στους ίδιους ξεκινώντας από τους παππούδες και τους προπαππούδες τους. Σε καθεμία από αυτές, έψαχναν ασυνείδητα την ευκαιρία να ευξευμενίσουν εκείνη τη σκοτεινή δύναμη ή να βρουν έναν τρόπο για να δραπετεύσουν μακριά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.